Ρεμπέτικο για δικαστικά έξοδα υπόθεσης του Α.Ζ., για εργατική διαφορά με αφεντικό σε Κέντρο Ξένων Γλωσσών στη Νέα Ιωνία.
Ενημέρωση για την υπόθεση:
Πρωτοβουλία Εργαζομένων και Ανέργων στην Ιδιωτική Εκπαίδευση

Ρεμπέτικο για δικαστικά έξοδα υπόθεσης του Α.Ζ., για εργατική διαφορά με αφεντικό σε Κέντρο Ξένων Γλωσσών στη Νέα Ιωνία.
Ενημέρωση για την υπόθεση:
Πρωτοβουλία Εργαζομένων και Ανέργων στην Ιδιωτική Εκπαίδευση

Θεματική: Διαχείριση Κρίσεων μέσα στο κίνημά
Μαζευόμαστε και διαβάζουμε παρέα στο κήπο αποσπάσματα από τα κείμενα :
Προσοχή στο κενό, Waves, Ελευθεριακή δικαιοσύνη

ΕΡΓΑΣΙΑ, ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΕΣ ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ
[Η προκύρηξη σε PDF]

Το εργατικό «ατύχημα» στο εργοστάσιο της Βιολάντα δεν ήταν ούτε «ατύχημα» ούτε «κακή στιγμή». Ήταν προαναγγελθείσα δολοφονία. Η Αγάπη, η Έλενα, η Βάσω, η Βούλα και η Αναστασία, πέντε γυναίκες εργάτριες κάηκαν ζωντανές μέσα σε ένα κτίριο που ήταν παγίδα θανάτου από καιρό. Εμείς δεν θα αφήσουμε το κράτος και τα αφεντικά να το εξωραΐζουν. Δεν έγινε απλώς «διαρροή προπανίου». Ηταν το αποτέλεσμα της συστηματικής και συνειδητής αδιαφορίας, της καταπάτησης κάθε μορφής εργασιακών δικαιωμάτων, υγιεινής και ασφάλειας, της απαγόρευσης του συνδικαλισμού, καθώς και της έλλειψης ουσιαστικών ελέγχων από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Όλα τα παραπάνω καθιστούν το κράτος αυτουργό του εγκλήματος.
Ο θάνατος στο χώρο εργασίας δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα ή «παρέκκλιση του συστήματος», αλλά μία από τις πιο συνεπείς και σταθερές λειτουργίες της καπιταλιστικής παραγωγής. Τα λεγόμενα «εργατικά ατυχήματα» δεν είναι τυχαία συμβάντα, ούτε αποτέλεσμα ατομικών λαθών, αλλά έμπρακτη αποτύπωση μιας κοινωνικής οργάνωσης που ιεραρχεί την ανθρώπινη ζωή κάτω από τη δημιουργία κέρδους. Εκεί όπου η εργασία οργανώνεται ως έμμισθος εξαναγκασμός, η ασφάλεια δεν είναι δικαίωμα αλλά κόστος, και κάθε κόστος, σε συνθήκες ανταγωνισμού, τείνει να περικόπτεται. Και ειδικά όταν η ανεργία είναι μεγάλη, οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να αποδέχονται τα μεροκάματα θανάτου. Αυτή ακριβώς είναι η ουσία της μισθωτής σκλαβιάς.
Η δολοφονία στο εργοστάσιο της Βιολάντα δεν είναι εξαίρεση αλλά χαρακτηριστικό δείγμα εργοδοτικής αυθαιρεσίας, κρατικής συνενοχής, ανοχής των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων απέναντι στον διαρκή, σταθερής έντασης πόλεμο των αφεντικών ενάντια στην εργατική τάξη. Οι πέντε εργάτριες που πέθαναν δεν είναι «θύματα ατυχήματος», αλλά υποκείμενα μιας ταξικής και έμφυλης σχέσης που τις τοποθέτησε σε έναν χώρο εργασίας επικίνδυνο, χωρίς επαρκή μέτρα ασφάλειας, χωρίς ουσιαστικούς ελέγχους, χωρίς τη δυνατότητα άρνησης της επικίνδυνης εργασίας. Η δολοφονία τους αποκαλύπτει αυτό που συνήθως αποκρύπτεται: η εργασία, όπως οργανώνεται στον καπιταλισμό, εμπεριέχει δομικά τη πιθανότητα και συχνά τη βεβαιότητα του θανάτου. Γιατί λεφτά χωρίς αίμα δεν βγάζεις στον καπιταλισμό.
Το κράτος δεν λειτουργεί εδώ ως ουδέτερος ρυθμιστής αλλά ως μηχανισμός διαχείρισης και απόκρυψης. Η αναποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών αλλά και η δομική τους λειτουργία υπέρ των αφεντικών, η αποσπασματική καταγραφή των εργατικών δυστυχημάτων, η επικοινωνιακή υποβάθμιση της εργοδοτικής βίας μέσω όρων όπως «ατυχές συμβάν» ή «ανθρώπινο λάθος», συγκροτούν ένα πλέγμα θεσμικής συγκάλυψης. Ό,τι δεν καταγράφεται επαναλαμβάνεται σαν να μην έχει συμβεί και αποσιωπάται ως πάγιο ταξικό και πολιτικό ζήτημα. Έτσι, ο θάνατος στην εργασία μετατρέπεται σε δευτερεύον στατιστικό της «ανάπτυξης», προωθούμενος ως αναγκαία απώλεια για τη διατήρηση της παραγωγικής κανονικότητας, προς εξασφάλιση των κερδών του «καινοτόμου» και «άτυχου» μεγαλοεπιχειρηματία Κωνσταντίνου Τζιωρτζιώτη.
Μέσα σε αυτή την κανονικότητα, οι γυναίκες εργάτριες εξαναγκάζονται σε χειρότερα μεροκάματα, σε νυχτερινές βάρδιες για να εκπληρώσουν τους κοινωνικούς τους ρόλους στο υπόλοιπο της ημέρας και να φέρουν σε πέρας την απλήρωτη εργασία στο σπίτι. Οι μετανάστριες εργάτριες δε, καταλαμβάνουν τη χαμηλότερη βαθμίδα της ιεραρχίας της ζωής. Η επισφάλεια του καθεστώτος παραμονής, η απειλή της απέλασης, η γλωσσική και κοινωνική απομόνωση λειτουργούν ως μηχανισμοί πειθάρχησης, ώστε να καθιστούν την άρνηση της επικίνδυνης εργασίας σχεδόν αδύνατη. Ο θάνατος της μετανάστριας είναι συχνά διπλά αόρατος, τόσο ως εργατικός θάνατος όσο και ως κοινωνική απώλεια, με αποτέλεσμα σπάνια να αναφέρεται ακόμα και ως είδηση.
Διαχωρίζοντας την εργατική τάξη σε «ντόπιους» και «ξένους», σε «νόμιμους» και «παράνομους», κράτος και κεφάλαιο διασφαλίζουν ότι οι πιο επικίνδυνες, οι πιο εξοντωτικές και πιο θανατηφόρες εργασίες θα εκτελούνται από εκείνες που έχουν τη μικρότερη δυνατότητα αντίστασης. Η φθηνή εργασία προϋποθέτει τη φθηνή ζωή, κι αυτή με τη σειρά της την κανονικοποίηση του θανάτου. Η κυρίαρχη αφήγηση επιχειρεί να παρουσιάσει αυτά τα φαινόμενα ως αναπόφευκτα, ως «χαρακτηριστικό αυτών των επαγγελμάτων» ή ως αποτέλεσμα τεχνικών αστοχιών. Κάθε εργατικός θάνατος είναι μια στιγμή όπου η βιτρίνα της κανονικότητας ραγίζει και αποκαλύπτεται το βίαιο υπόστρωμα της καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε αιτήματα καλύτερης διαχείρισης ή αυστηρότερης νομοθεσίας. Όσο η εργασία παραμένει σχέση εξαναγκασμού και όσο το κράτος λειτουργεί ως εγγυητής αυτής της σχέσης, ο θάνατος θα παραμένει ενσωματωμένος στην παραγωγή. Η μόνη ρήξη που μπορεί να σπάσει την κανονικότητα των αιματοβαμμένων μεροκάματων είναι η συλλογική οργάνωση από τα κάτω, η ταξική αλληλεγγύη πέρα από εθνικούς και νομικούς διαχωρισμούς, η μόνιμη άρνηση να αποδεχθούμε τον θάνατο ως φυσικό κόστος της εργασίας και, εν τέλει, της ζωής μας. Ο αγώνας αυτός δεν υπόσχεται λύτρωση. Απαιτεί σύγκρουση με το κράτος και τα αφεντικά που δολοφονούν, διάρκεια και συλλογική ευθύνη. Υπόσχεται όμως κάτι ριζικό: τη δυνατότητα να ζήσουμε έξω από την κανονικότητα του θανάτου.
Τα κέρδη τους, οι ζωές μας
Άρνηση – Αυτοοργάνωση – Αλληλεγγύη
Καιρός να συνηθίσουμε τους θανάτους των αφεντικών

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026 στις 20.00 στην κατάληψη Πάτμου & Καραβία 23.
Οι άνθρωποι, σε ένα φασιστικό μιλιταριστικό μέλλον, διεξάγουν πόλεμο με γιγάντια εξωγήινα έντομα. Μια σατιρική ματιά στον φασισμό, τον μιλιταρισμό και την προπαγάνδα, δείχνοντας πώς ο πόλεμος τυφλώνει την κοινωνία και για το πώς μας μαθαίνουν να χειροκροτάμε ενώ μας εκπαιδεύουν να πεθαίνουμε.






Για τη στάση μας απέναντι στο αλκοόλ και την πώλησή του εντός της κατάληψης
Το αλκοόλ εντός της κατάληψης Πάτμου και Καραβία είναι ένα ζήτημα που μας έχει απασχολήσει έντονα στη συνέλευση, ήδη από την προπαρασκευαστική περίοδο της ανακατάληψης. Με αυτό το κείμενο θα προσπαθήσουμε να αποτυπώσουμε το αποτέλεσμα των συζητήσεων γύρω από το θέμα, και να απαντήσουμε στο πιο σύνηθες ερώτημα που μας θέτουν: «Μα καλά, γιατί δεν πουλάτε μπύρες στην κατάληψη;»
Αρχικά, να ξεκαθαρίσουμε πως το αλκοόλ και η χρηματοδότηση της κατάληψης είναι για εμάς δύο ξεχωριστά πράγματα. Η κουλτούρα κατανάλωσης του αλκοόλ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εμπορευματοποίησή του στα μαγαζιά της εστίασης (βλ. μπαρ, κλαμπ κλπ.), ακριβώς επειδή έχει φανεί εξαιρετικά επικερδής για τα αφεντικά. Η λογική που εργαλειοποιεί το αλκοόλ για το κέρδος και που πολύ συχνά αναπαράγεται και στους κινηματικούς χώρους, είναι κάτι που δεν θέλουμε να ακολουθήσουμε. Η οικονομική ενίσχυση είναι για εμάς προπαντός μια πράξη αλληλεγγύης που χτίζει σχέσεις σε βάθος χρόνου.
Η διασκέδαση δεν είναι προϊόν – είναι προσωπική και κοινωνική ανάγκη. Ως συλλογικότητα δεν δαιμονοποιούμε τη χρήση αλκοόλ και αναγνωρίζουμε ότι μπορεί να λειτουργήσει ως στοιχείο κοινωνικότητας ή χαλάρωσης. Επίσης, αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη για ορισμένα συντρόφια να θέλουν να πιουν την μπύρα τους χωρίς αντίτιμο, αλλά θεωρούμε εξίσου σημαντικό να ανοίξει πολιτική και κριτική συζήτηση για την κουλτούρα του αλκοόλ στους αυτοοργανωμένους χώρους – και γενικότερα στην κοινωνία. Αυτό προσπαθούμε και με αυτό το κείμενο.
Αυτό σημαίνει ότι μας απασχολεί έντονα όταν το αλκοόλ μετατρέπεται σε αποκούμπι, σε μέσο απώθησης ατομικών ή κοινωνικών δυσκολιών, σε μια μορφή ατομικής αυτοκαταστολής, ή όταν γίνεται πρόβλημα λόγω εθισμού. Ακόμα πιο έντονα, όμως, μας απασχολεί όταν λειτουργεί ως καταλύτης κακοποιητικών συμπεριφορών και ακόμα χειρότερα όταν χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για να δικαιολογήσει αυτές τις συμπεριφορές.
Δεν θέλουμε ο υπέροχος κήπος του κτήματος Πάτμου και Καραβία να γίνει το ασφαλές μέρος που απλώς θα αράζουμε για να πίνουμε – ή να γινόμαστε χάλια. Θέλουμε να δίνουμε ευκαιρίες για γνωριμίες και ουσιαστικές συντροφικές συζητήσεις που γεννούν πολιτικές ζυμώσεις, όχι στην κακή καφενειακή λογική «ούτε καν θυμάμαι τι έλεγα χθες βράδυ». Έτσι αντιλαμβανόμαστε ότι χτίζεται η πραγματική αλληλέγγυα συντροφικότητα.
Προϋπόθεση της αλληλεγγύης είναι η συμπερίληψη όσων δεν πίνουν – είτε από επιλογή, είτε επειδή έχουν δώσει αγώνα για να το κόψουν. Στις εκδηλώσεις και τις βραδιές οικονομικής ενίσχυσης θα δεις ένα κουτί να γυρνάει, να προσφέρουμε λεμονάδες και φαλάφελ. Η αναγνώριση του εθισμού στο αλκοόλ είναι μια δύσκολη διαδικασία. Ακόμα δυσκολότερη, όμως, είναι η διαδικασία αποτοξίνωσης ειδικά όταν τα άτομα νιώθουν κοινωνικά απομονωμένα σε ένα κόσμο όπου το αλκοόλ έχει γίνει σχεδόν αυτονόητη και μοναδική προϋπόθεση για τη διασκέδαση.
Σε μεγάλα event, παρόλα αυτά, μπορεί να δεις να διαθέτουμε μικρές ποσότητες αλκοόλ, αλλά δεν θέλουμε αυτή να είναι απεριόριστη. Όχι δαιμονοποίηση, αλλά ούτε και άκριτη κανονικοποίηση. Θέλουμε να ανοίγουμε δρόμους κοινωνικοποίησης, διασκέδασης και συντροφικότητας και να προωθούμε τη συλλογική φαντασία.
Σ’ αυτό το πλαίσιο έχουμε αποφασίσει να στήσουμε μια δομή συλλογικής παρασκευής μπύρας που θα καλλιεργεί τη δημιουργικότητα, την κατανόηση του πώς παράγεται κάτι κοινωνικό από κάτι φυσικό, και ταυτόχρονα θα κριτικάρει την βιομηχανοποίηση της παραγωγής και τις μεγάλες εταιρείες ζυθοποιίας. Δεν θέλουμε όμως, απ’ την άλλη πλευρά να γίνει η μπύρα μας το «σήμα κατατεθέν» της κατάληψης. Δεν επιδιώκουμε να γίνουμε φορείς μιας εναλλακτικής «μικρής» καταναλωτικής κουλτούρας – ενός νέου χιπστερικού life–style που εν τέλει συντηρεί την ίδια λογική της αγοράς και του εξευγενισμού που απειλεί τις γειτονιές μας – και που μπορεί και οι ίδιοι άθελά μας να είμαστε φορείς.
Επιλέγουμε να πειραματιζόμαστε με άλλους τρόπους διασκέδασης και συνάντησης, αντιεμπορευματικούς και συμπεριληπτικούς και να δομούμε σχέσεις αλληλεγγύης που κοιτάνε στο μέλλον.
Βάζουμε κι εμείς το λιθαράκι μας για να συζητήσουμε για τον ελέφαντα που βρίσκεται στο δωμάτιο και λέγεται «αλκοόλ και αναρχία».
Αυτοδιαχειριζόμενος Κήπος Κάτω Πατησίων (Κατάληψη Πάτμου και Καραβία)
Νοέμβριος 2025

